ἀντηρίς

ἀντηρίς
prop
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀντηρίδα — ἀντηρίς prop fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδας — ἀντηρίς prop fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδες — ἀντηρίς prop fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδος — ἀντηρίς prop fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδων — ἀντηρίς prop fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίσι — ἀντηρίς prop fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίσιν — ἀντηρίς prop fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • утлый — I утлый I, укр. вутлый, др. русск. утьлъ дырявый утьлина, утьлизна трещина , ст. слав. ѫтьлъ τετρημένος, ἀνεπιτήδειος, παραλελυμένος (Супр.), сербохорв. диал. у̏тал дырявый , словен. vȯtǝl, род. п. tlа полный , чеш. utly утлый, хрупкий , слвц.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • рель — I I, род. п. и перекладина; козлы; гребень, гряда; виселица , с. в. р., вост. русск. (Даль), также шест , мн. рели качели , ряз. (Даль), воронежск. (ЖСт., 15, 1, 121), релья ж. качели , ряз. (Даль), укр. реля ж. качели , обычно мн. релi.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αντηρίδα — η (AM ἀντηρίς) νεοελλ. 1. δοκός ή άλλη ανάλογη κατασκευή (ξύλινη, πέτρινη, μεταλλική) που χρησιμεύει ως στήριγμα στις εκσκαφές και στην οικοδομική 2. εσωτερικό ενισχυτικό στήριγμα, που προεξέχει από την όψη ενός τοίχου και χρησιμεύει είτε για την …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.